Aνακοινώσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΜΟΙ- ΣΧΕΔΙΑ ΝΟΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΜΟΙ- ΣΧΕΔΙΑ ΝΟΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ, ΕΠΕΙΓΟΝΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Ν. 4046/2012, ΤΟΥ Ν.4093/2012 ΚΑΙ ΤΟΥ Ν. 4127/2013 ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ




ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ
ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Άρθρο 89 
Διατάξεις για τις διαδικασίες του Α.Σ.Ε.Π.

Στο άρθρο 17 του ν. 2190/1994 (Α’ 28), όπως ισχύει, προστίθενται παράγραφοι 13 και 14, ως εξής:

«13. Η παρ.17 του άρθρου 1 του ν.4038/2012 όπως τροποποιήθηκε με την παρ.30 του άρθρου ένατου του ν.4057/2012 καταργείται.
 Για τις περιπτώσεις όπου το ΑΣΕΠ διαθέτει με απόφασή του επόμενο κατά σειρά στον πίνακα επιτυχίας υποψήφιο για αντικατάσταση – αναπλήρωση διοριστέου που δεν  αποδέχτηκε το διορισμό του ή έχει κώλυμα διορισμού, ο διορισμός ολοκληρώνεται με την έκδοση απόφασης κατανομής του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της παρ.5 του άρθρου 11 του ν.3833/2010, όπως ισχύει. 
Οι περιπτώσεις αντικατάστασης – αναπλήρωσης διοριστέου, ο οποίος παραιτήθηκε εντός ενός έτους από το διορισμό του δεν υπόκεινται στον περιορισμό του άρθρου 11 του ν.3833/2010, όπως ισχύει.
14. Αν συνεπεία των δηλώσεων προτίμησης δεν καλύπτονται όλες οι προκηρυχθείσες θέσεις ενός ή περισσότερων φορέων, προστίθενται στους οικείους πίνακες διοριστέων οι επόμενοι «στον πίνακα κατάταξης - επιτυχίας υποψηφίων»  κατά σειρά που έχουν σε αυτόν και κατά τη σειρά με την οποία οι ανωτέρω φορείς αναγράφονται στην προκήρυξη. Αν παραμείνουν κενές θέσεις σε ένα ή περισσότερους φορείς συνεπεία μη αποδοχής διορισμού ή κωλύματος διορισμού, διατίθεται για διορισμό ο πρώτος κατά σειρά από τους αδιάθετους επιτυχόντες, ο οποίος έχει διαλάβει στη δήλωση προτίμησής του το συγκεκριμένο φορέα και ούτω καθεξής. Αν και πάλι δεν καλυφθούν οι θέσεις κατά τη διαδικασία του προηγουμένου εδαφίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Σε κάθε περίπτωση ο επιτυχών υποψήφιος που διατίθεται για διορισμό βάσει της δήλωσης προτίμησής του ή κατά τη διαδικασία της παρούσας παραγράφου, διαγράφεται από τον πίνακα διοριστέων, ανεξάρτητα αν αποδεχθεί ή όχι το διορισμό του ή κωλυθεί ο διορισμός του λόγω έλλειψης νόμιμης προϋποθέσεως. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και στην περίπτωση που κενωθούν θέσεις λόγω παραιτήσεων του διορισθέντος εντός έτους από του διορισμού του. Διοριστέος που δεν αποδέχεται το διορισμό του ή έχει κώλυμα διορισμού ή παραιτήθηκε εντός έτους από το διορισμό του αναπληρώνεται από τον επόμενο κατά σειρά στον «πίνακα κατάταξης - επιτυχίας υποψηφίων» υποψήφιο χωρίς να απαιτείται δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεων συμπληρωματικού πίνακα διοριστέων.»

 



Άρθρο 90
 Διαθεσιμότητα

1.   Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα  σε υπουργεία,  αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες,  αποκεντρωμένες διοικήσεις, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης. Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού.

2.   Εάν καταργηθούν ορισμένες θέσεις του ίδιου κλάδου ή και ειδικότητας, η επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης θέσης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κατά τα ανωτέρω διενεργείται με βάση την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων του κλάδου ή και της ειδικότητας που ανήκουν οι υπό κατάργηση θέσεις του φορέα, εφόσον υπηρετούν σε υπηρεσίες ή μονάδες που αξιολογήθηκαν σύμφωνα με την παρ.1 του παρόντος.
Α. Η αποτίμηση προσόντων του υπαλλήλου στηρίζεται σε επί μέρους κριτήρια που αφορούν τη βασική και επαγγελματική του εκπαίδευση, την εν γένει εργασιακή και διοικητική του εμπειρία,  τα ειδικά καθήκοντα όπως των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση σε Διεθνείς Οργανισμούς, και σε γραφεία και σε υπηρεσίες που εμπίπτουν στις διατάξεις του π.δ.63/2005, και την εργασιακή του φυσιογνωμία όπως (δεξιότητες, ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες) και τον τρόπο εισαγωγής στους φορείς της παρ.1. Σε περίπτωση ισοβαθμίας, λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή του κατάσταση κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση ε. Όσοι επιθυμούν να αποχωρήσουν τίθενται κατά προτεραιότητα σε διαθεσιμότητα χωρίς αποτίμηση των προσόντων.
Β. Η αποτίμηση των προσόντων γίνεται βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης, όπως καθορίζεται από την περίπτωση ε, και η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα  που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από τον βαθμολογικό πίνακα.
Γ. Για την αποτίμηση των προσόντων του υπαλλήλου και την κατάρτιση βαθμολογικών πινάκων κατά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα συνιστώνται από τον οικείο κατά περίπτωση Υπουργό Τριμελή Ειδικά Υπηρεσιακά Συμβούλια στα Υπουργεία, και τις  Αποκεντρωμένες Διοικήσεις. Με απόφαση του οικείου Υπουργού μπορεί να συνιστάται ένα κοινό Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο για ομάδα Ν.Π.Δ.Δ. ανάλογα με τις ανάγκες.  Τα Τριμελή Ειδικά Υπηρεσιακά Συμβούλια  συγκροτούνται από ένα μέλος του ΑΣΕΠ ως πρόεδρο,  τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης ή της Διεύθυνσης Διοικητικού/ Προσωπικού του φορέα στον οποίο συνιστώνται, ως εισηγητή, και ένα προϊστάμενο άλλης Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης  του ίδιου φορέα, με τους αναπληρωτές τους. Τα Τριμελή Ειδικά Υπηρεσιακά Συμβούλια που συγκροτούνται στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις  είναι αρμόδια για τους μόνιμους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄και Β΄βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μπορεί να συγκροτείται για έναν ή περισσότερους ΟΤΑ διακριτό τριμέλες Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο ανάλογα με τις ανάγκες. Σε περίπτωση που συγκροτείται τριμέλες Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο για περισσότερα ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ οι προϊστάμενοι της Γενικής Διεύθυνσης ή της Διεύθυνσης Διοικητικού/Προσωπικού προέρχονται από το μεγαλύτερο σε αριθμό προσωπικού ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ που υπάγεται σε αυτά.
Εάν δεν είναι δυνατή η συγκρότηση Τριμελούς Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου στον φορέα, λόγω έλλειψης Διεύθυνσης Διοικητικού/Προσωπικού ή άλλης Διεύθυνσης, η αποτίμηση των προσόντων διενεργείται από το Τριμελές Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο του εποπτεύοντος φορέα.
Δ. Κατ’ εξαίρεση της παραγράφου 2 δεν τίθεται σε διαθεσιμότητα:
αα) υπάλληλος που είναι ανάπηρος σε ποσοστό τουλάχιστον 67%  ή πολύτεκνος κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου πρώτου του ν. 1910/1944 (Α΄ 229), εφόσον τα τέκνα, που ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1910/1944, συνοικούν με αυτόν και ανήκουν στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως ισχύει.
ββ) υπάλληλος του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος ή τέκνο που ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., και συνοικεί με αυτόν, έχει αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 67%.
γγ) υπάλληλος ο οποίος, δυνάμει  νόμου ή δικαστικής αποφάσεως ασκεί  κατ’ αποκλειστικότητα τη γονική μέριμνα τέκνου, που συνοικεί με αυτόν και ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως ισχύει
δδ) υπάλληλος  του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος τίθεται  σε διαθεσιμότητα δυνάμει του παρόντος νόμου.
Ε.Η διαδικασία αποτίμησης των προσόντων, τα αναγκαία δικαιολογητικά, ο αριθμός των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια μεταξύ των οποίων λαμβάνεται υπόψη και ο τρόπος εισαγωγής στους φορείς της παρ. 1, τα λοιπά ειδικότερα θέματα της αποτίμησης των προσόντων και τα ζητήματα λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
ΣΤ.  Με κοινή απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ορίζονται πρόσθετα ειδικά κριτήρια, ή να διαφοροποιείται η μοριοδότηση των γενικών κριτηρίων ανάλογα με το είδος της δραστηριότητας του οικείου φορέα.

3.   Η παράγραφος 2 του άρθρου 101 του ν. 3528/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η διαθεσιμότητα διαρκεί οκτώ (8) μήνες μετά την πάροδο των οποίων ο υπάλληλος απολύεται.»

4.   Η παράγραφος 2 του άρθρου 105 του ν. 3584/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η διαθεσιμότητα διαρκεί οκτώ (8) μήνες μετά την πάροδο των οποίων ο υπάλληλος απολύεται.»

5.   Η περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Ζ2 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περίπτωσης διαρκεί οκτώ (8) μήνες και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.»

6.   Οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 έχουν εφαρμογή για τους τιθέμενους σε διαθεσιμότητα μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος.


Άρθρο 91
Κινητικότητα

1.   Η περ.1 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και η μεταφορά υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και β) η μεταφορά υπαλλήλων που διατηρούν τη δημοσιοϋπαλληλική τους ιδιότητα των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του όπως δεξιότητες, ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης.
Προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μπορεί να μεταφέρεται για τον ίδιο λόγο σε Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα. Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β` όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου.
Η μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτηση τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι ή μεταφερόμενοι πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται ή μεταφέρονται. Η μετάταξη ή μεταφορά μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται ή μεταφέρεται. Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξη ή μεταφορά του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. Η μετάταξη εκπαιδευτικού μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση μη συναφούς κλάδου ιδίας κατηγορίας. 
Σε περίπτωση μετάταξης ή μεταφοράς υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής.»

2.   Η περ. 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο  αρμόδιος Υπουργός ή ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής γνωστοποιεί τις κενές θέσεις κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες και το πλεονάζον προσωπικό σύμφωνα με την παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις αξιολόγησης και τα σχέδια στελέχωσης των φορέων στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011.
Εντός δέκα ημερών από τη σχετική εντολή του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης το τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011 γνωμοδοτεί για τον αριθμό και τα απαιτούμενα προσόντα των υπαλλήλων κατά κατηγορίες, κλάδους ή και ειδικότητες που θα μετακινηθούν στους  φορείς υποδοχής κατά σειρά προτεραιότητας.

Ακολούθως, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, εκδίδει σχετική ανακοίνωση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του τριμελούς συμβουλίου, τις ανάγκες των φορέων και τις προτεραιότητες πολιτικής στελέχωσης, η οποία δημοσιεύεται  στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και  με την οποία καθορίζονται οι θέσεις που θα καλυφθούν, τα προσόντα των υπάλληλων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα οικεία περιγράμματα θέσεων, εφόσον υπάρχουν, για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής.
Με την ανακοίνωση ορίζεται αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευσή της εντός της οποίας οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι υποβάλλουν αίτηση μετάταξης/μεταφοράς, καθορίζοντας τη σειρά προτίμησης των φορέων που επιθυμούν να μεταταχθούν, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό υπηρεσιακής κατάστασης που εκδίδεται από τη Δ/νση Διοικητικού/Προσωπικού του φορέα προέλευσης και από το οποίο προκύπτει η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων, μετά τον έλεγχο της νομιμότητας πρόσληψης και των πιστοποιητικών και στοιχείων που συγκροτούν το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου. Υπάλληλοι των οποίων η διαδικασία πρόσληψης και τα ως άνω πιστοποιητικά και στοιχεία του υπηρεσιακού τους φακέλου ελέγχονται ως μη νόμιμα, στερούνται του δικαιώματος μετάταξης ή μεταφοράς.
Το τριμελές συμβούλιο του φορέα υποδοχής εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων επιλέγει τους υπαλλήλους που θα μεταταχθούν ή μεταφερθούν σε αυτόν και καθορίζει τη σειρά προτεραιότητάς τους,  σύμφωνα με την αποτίμηση των προσόντων τους και το περίγραμμα της θέσης εφόσον υπάρχει στην οποία  θα μεταταχθούν ή μεταφερθούν. Το τριμελές συμβούλιο λαμβάνει υπόψη την εργασιακή τους φυσιογνωμία, την εκπαίδευσή τους, τη διοικητική και εργασιακή τους εμπειρία και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού μητρώου τους. Σε περίπτωση ισοβαθμίας μεταξύ των υπαλλήλων λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του υπαλλήλου. Το τριμελές συμβούλιο μπορεί να  καλεί τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους σε συνέντευξη  με σκοπό την αξιολόγηση των ικανοτήτων και της προσωπικότητάς. Η συνέντευξη δίνεται σε  δημόσια συνεδρίαση της επιτροπής,  και σε αυτήν τηρούνται μαγνητοφωνημένα πρακτικά. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται θέματα που αφορούν τη διαδικασία επιλογής των αιτούντων υπαλλήλων,  τη λειτουργία  του τριμελούς συμβουλίου, την εξειδίκευση και τη μοριοδότηση των κριτηρίων επιλογής και κατάταξης των υπαλλήλων, τη διαδικασία και το περιεχόμενο της συνέντευξης και κάθε άλλο αναγκαίο συναρτώμενο με τα ως άνω ζήτημα.
Σε περίπτωση δυνατότητας υποβολής αίτησης σε περισσότερους φορείς υποδοχής, τα οικεία  τριμελή συμβούλια αποστέλλουν τους πίνακες επιλογής στο Τριμελές Συμβούλιο του άρθρου 5 της παρ. 3 του ν. 4024/2011, το οποίο καταρτίζει ενιαίο για όλους τους φορείς Πίνακα Διάθεσης. Η επιλεγείσα σειρά προτεραιότητας των φορέων  υποδοχής είναι δεσμευτική για τον υπάλληλο.
Για τη μετάταξη ή μεταφορά των υπάλληλων εκδίδεται απόφαση του  οικείου οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Ολες οι επιβαρύνσεις από το νέο φορολογικό νόμο

 
Αλλάζει πλήρως το σκηνικό στη φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς ο νέος φορολογικός νόμος φέρνει σημαντικές ανατροπές στον τρόπο προσδιορισμού, αλλά και φορολόγησης εισοδημάτων και κερδών.
 
Συγκεκριμένα, περίπου 800.000 ελεύθεροι επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις με ετήσια εισοδήματα μέχρι 55.000 ευρώ θα πληρώσουν φέτος περισσότερους φόρους, εξαιτίας της επιβολής φόρου 26% στα εισοδήματά τους από το πρώτο ευρώ.
 
Επίσης και οι φορολογούμενοι που αποκτούν εισοδήματα αποκλειστικά από ενοίκια θα πληρώσουν φόρους αυξημένους έως και 900%, καθώς τα εισοδήματά τους θα φορολογούνται με 10% από το πρώτο ευρώ.
 
Το νέο τοπίο που διαμορφώνεται πλέον στη φορολογία περιλαμβάνει ακόμη την αύξηση του φόρου στους τόκους των καταθέσεων από 10% σε 15%, την επιβολή φόρου υπεραξίας 20% στις αγοραπωλησίες μετοχών από την 1η Ιουλίου, την επιβολή φόρου υπεραξίας 20% στις αγοραπωλησίες ακινήτων, μείωση του φόρου στα μερίσματα από 25% σε 10% και αύξηση του φόρου στα επιχειρηματικά κέρδη στο 26% από 20%.
 
Από την άλλη πλευρά, τα τεκμήρια διαβίωσης παραμένουν τα ίδια, ενώ καταργούνται οι περισσότερες φοροαπαλλαγές, αφού διατηρούνται μόνο οι εκπτώσεις φόρου για νοσήλια, ιατρικά έξοδα, δωρεές και διατροφή από τον ένα σύζυγο στον άλλο.
 
Αναλυτικότερα, ο νέος φορολογικός νόμος προβλέπει τα εξής:
 
Μισθωτοί - συνταξιούχοι: Θεσπίζεται νέα φορολογική κλίμακα με τρία μόνο κλιμάκια. Για τα πρώτα 25.000 ευρώ του ετήσιου εισοδήματος από μισθούς ή συντάξεις θα ισχύει συντελεστής φόρου 22%, για τα επόμενα 17.000 ευρώ, δηλαδή για το τμήμα ετησίου εισοδήματος από τις 25.001 έως τις 42.000 ευρώ, θα ισχύσει συντελεστής φόρου 32% και για το υπερβάλλον των 42.000 ευρώ τμήμα του εισοδήματος θα ισχύει συντελεστής 42%. Παράλληλα καθιερώνεται έκπτωση φόρου 2.100 ευρώ για εισοδήματα έως 21.000 ευρώ. Για εισοδήματα πάνω από τις 21.000 ευρώ, η έκπτωση φόρου θα μειώνεται κατά 100 ευρώ για κάθε 1.000 ευρώ εισοδήματος μέχρι να μηδενιστεί στο επίπεδο εισοδήματος των 42.000 ευρώ.
 
Ελεύθεροι επαγγελματίες: Τα καθαρά εισοδήματα από ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις, ατομικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και ελευθέρια επαγγέλματα θα φορολογούνται κλιμακωτά με συντελεστές 26% μέχρι τα πρώτα 50.000 ευρώ και 33% για το τυχόν υπόλοιπο ποσό. Για τους νέους επιτηδευματίες, κατά τα τρία πρώτα έτη άσκησης της δραστηριότητάς τους, θα ισχύει μειωμένος φόρος στο 13% για τα πρώτα 10.000 ευρώ του ετήσιου εισοδήματος.
 
Ενοίκια: Τα ενοίκια θα φορολογούνται αυτοτελώς από το πρώτο ευρώ. Συγκεκριμένα, σε ποσά ενοικίων μέχρι 12.000 ευρώ το χρόνο θα επιβάλλεται φόρος 10%, ενώ τυχόν επιπλέον ποσά, πέραν των 12.000 ευρώ, θα φορολογούνται με 33%.
 
Αγρότες: Τα καθαρά γεωργικά εισοδήματα θα φορολογούνται από το 2014 με 13% από το πρώτο ευρώ. Ολοι οι αγρότες θα υποχρεωθούν από το 2014 να τηρούν βιβλία εσόδων-εξόδων και να εκδίδουν τιμολόγια και αποδείξεις πώλησης αγαθών. Ειδικά για τη χρήση 2013 (οικονομικό έτος 2014) οι αγρότες θα φορολογηθούν με την κλίμακα των μισθών.
 
«Μπλοκάκια»: Οι εργαζόμενοι με «μπλοκάκια» θα φορολογούνται ως μισθωτοί και όχι ως επιτηδευματίες, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
 
* έχουν έγγραφη σύμβαση με τα φυσικά ή και νομικά πρόσωπα, τα οποία λαμβάνουν τις υπηρεσίες τους και
 
* τα φυσικά ή και νομικά πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν τις υπηρεσίες δεν υπερβαίνουν τα τρία ή εφόσον υπερβαίνουν τον αριθμό αυτό, ποσοστό 75% των ακαθάριστων εσόδων του εισοδήματος από ατομική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα προέρχεται από ένα από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που λαμβάνουν τις υπηρεσίες αυτές.
 
Οι φορολογούμενοι με «μπλοκάκια», δεν θα έχουν το δικαίωμα να καταχωρούν δαπάνες στα βιβλία τους και να μειώνουν το ακαθάριστο εισόδημά τους από την παροχή υπηρεσιών με την έκπτωση των συγκεκριμένων δαπανών.
 
Τέλος επιτηδεύματος: Το τέλος αυξάνεται για τους αυτοαπασχολούμενους, από 500 σε 650 ευρώ, ενώ για τις εταιρείες αυξάνεται από 500 σε 1.000 ευρώ για την κύρια επαγγελματική εγκατάσταση και από 300 σε 600 ευρώ για κάθε υποκατάστημα. Οι αυξήσεις στα ποσά του τέλους επιτηδεύματος θα ισχύσουν αναδρομικά για τη χρήση του 2012, δηλαδή τα αυξημένα ποσά θα καταβληθούν το 2013.
 
Τέλος ακινήτων: Οι φορολογούμενοι που οφείλουν το ειδικό τέλος ακινήτων (ΕΕΤΗΔΕ) μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος θα μπορούν να το αποκόψουν από τους λογαριασμούς και να το μεταφέρουν για εξόφληση στις αρμόδιες ΔΟΥ. Εφόσον η οφειλή από το τέλος έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, θα μπορούν να τη ρυθμίσουν σε μηνιαίες δόσεις, αφού όμως καταβάλουν ένα ποσό 50 ευρώ έναντι.
 
Ναυτικοί: Αυξάνονται οι συντελεστές αυτοτελούς φόρου που επιβάλλονται στους μισθούς τούς οποίους αποκτούν οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού από την παροχή υπηρεσιών σε εμπορικά πλοία, από 6% σε 15% για τους αξιωματικούς και από 3% σε 10% για τους ανήκοντες στα κατώτερα πληρώματα.
 
Ακίνητα: Επιβάλλεται φόρος 20% στην υπεραξία από την πώληση ακινήτων.
 
Τι ισχύει για τις επιχειρήσεις
 
Αλλάζει η φορολογία των κερδών για τις Α.Ε. και τις ΕΠΕ. Η συνολική φορολογική επιβάρυνση των κερδών των συγκεκριμένων εταιρειών υπολογίζεται ότι θα περιοριστεί από το 40% στα επίπεδα του 32,8%. Ειδικότερα, τα αδιανέμητα κέρδη των εταιρειών θα φορολογούνται με συντελεστή 26% από 20%, ενώ στα μερίσματα (διανεμόμενα κέρδη) θα επιβάλλεται φόρος με συντελεστή 10% από 25%.
 
Επίσης αυξάνεται η φορολογία των κερδών των ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιρειών, που τηρούν απλογραφικά βιβλία (πρώην β' κατηγορίας). Συγκεκριμένα, ο φόρος αυξάνεται από το 20% στο 26% για τα πρώτα 50.000 ευρώ των καθαρών κερδών και στο 33% για τυχόν επιπλέον ποσό κερδών πέραν των 50.000 ευρώ.
 
Αποδείξεις
 
Μισθωτοί και συνταξιούχοι συνεχίζουν και φέτος το «σαφάρι» της συλλογής αποδείξεων για να κατοχυρώσουν την ανωτέρω έκπτωση, ενώ οι υπόλοιποι φορολογούμενοι, δηλαδή ελεύθεροι επαγγελματίες, εισοδηματίες, αγρότες, εμποροβιοτέχνες, δεν έχουν πλέον καμία υποχρέωση να ζητούν και να μαζεύουν αποδείξεις. Πάντως, όλοι οι επιτηδευματίες υποχρεούνται να εκδίδουν αποδείξεις, εκτός εάν τα ακαθάριστα έσοδά τους είναι μικρότερα των 5.000 ευρώ.
 
Οσοι πάντως μισθωτοί και συνταξιούχοι δεν συγκεντρώσουν το απαιτούμενο ποσό αποδείξεων, που θα αντιστοιχεί στο 25% του εισοδήματός τους, θα πληρώσουν πρόστιμο 22% επί της διαφοράς του ποσού που δεν θα καταφέρουν να καλύψουν.
 
Αλλαγές που αυξάνουν την παρακράτηση
 
Οι ανατροπές στη φορολογία οδηγούν από τον τρέχοντα μήνα στην αύξηση, από 3% έως και 185%, της παρακράτησης φόρου εισοδήματος.
 
Ειδικότερα, από την κατάργηση του πρόσθετου αφορολογήτου για τα παιδιά, αλλά και τη νέα κλίμακα φορολόγησης προκύπτουν τα εξής:
 
- Οφελος από τη νέα παρακράτηση φόρου έχουν οι άγαμοι φορολογούμενοι, οι φορολογούμενοι που δεν έχουν παιδιά και τα ζευγάρια με παιδιά εφόσον το συνολικό ετήσιο εισόδημά τους δεν ξεπερνά τις 23.000 ευρώ, δηλαδή 1.642 ευρώ μεικτά μηνιαίως χωρίς να υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές.
 
Για τους φορολογούμενους με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά αλλά με υψηλότερο των 23.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα προκύπτει μηνιαία επιβάρυνση μέσω της παρακράτησης φόρου από 4,22 ευρώ, για ετήσιο εισόδημα 24.000 ευρώ, έως και 202,63 ευρώ για ετήσιο εισόδημα 100.000 ευρώ.
 
- Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι με ένα παιδί θα δουν τις μηνιαίες αποδοχές τους να μειώνονται εφόσον το ετήσιο εισόδημά τους ξεπερνά τις 12.000 ευρώ. Για ετήσιο εισόδημα από 8.000 έως 12.000 ευρώ προκύπτουν ελαφρύνσεις και για εισόδημα έως 8.000 ευρώ δεν υπάρχει μεταβολή.
 
- Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι με δυο και τρία παιδιά θα έχουν επιβάρυνση εφόσον το ετήσιο εισόδημά τους ξεπερνά τις 10.000 ευρώ. Για χαμηλότερο εισόδημα δεν υπάρχει μεταβολή.
 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΡΟΣ

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Αντισυνταγματικοί οι νόμοι για εργασιακά, μειώσεις μισθών

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012 

Αντισυνταγματική και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αλλά και αντίθετη στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας κρίθηκαν, με μια απόφαση των πολιτικών δικαστηρίων, που ανατρέπει τα έως σήμερα δεδομένα, οι δύο μνημονιακοί νόμοι 3833/2010 και 3845/2012 που επέβαλαν μείωση των αποδοχών, των επιδομάτων, κ.λπ. των εργαζομένων στο Δημόσιο τομέα. 
Είναι η πρώτη απόφαση των πολιτικών δικαστηρίων που έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με την απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε ότι οι μνημονιακοί περιορισμοί στις αποδοχές, δώρα, κ.λπ. των εργαζομένων είναι συμβατοί με τις επιταγές του Συντάγματος και την Ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία. 

Ειδικότερα, η απόφαση αναφέρει ότι τόσο ο νόμος 3833/2010 που αφορά τα επείγοντα μέτρα αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης, όσο και ο νόμος 3845/2012 για τα μέτρα εφαρμογής του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του Ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό ταμείο (ΔΝΤ), είναι αντίθετοι στα άρθρα 4, 22, 23, 25, 28 και 106 του Συντάγματος, στο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ και στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας 151/1978 και 14/1981. 

Υπογραμμίζεται στη δικαστική αυτή απόφαση ότι τα μέτρα που επιβλήθηκαν σε βάρος των εργαζομένων πραγματοποιούν ανεπίτρεπτη επέμβαση στη συλλογική αυτονομία με αποτέλεσμα να καταλύουν τα άρθρα 22 και 23 του Συντάγματος, ενώ δεν συνοδεύονται από αντισταθμιστικά μέτρα, όπως είναι η μείωση των τιμών και των φόρων. Αντίθετα, μάλιστα, προσθέτει η απόφαση, επιβλήθηκαν φοροεισπρακτικού χαρακτήρα μέτρα. 

Ακόμη, σημειώνεται στην δικαστική απόφαση, ότι παραβιάζεται και το άρθρο 4 του Συντάγματος (περί ισότητας), καθώς έγινε μείωση ίδιου ύψους στις αποδοχές τόσο των υψηλόμισθών όσο και των χαμηλόμισθων. 


Η επίμαχη απόφαση δημοσιεύθηκε στο νομικό περιοδικό «Επιθεώρησης Εργατικού Δικαίου» (τεύχος 10/2012) και είναι του Ειρηνοδικείου Αθηνών (599/2012) με ειρηνοδίκη τη Σταυρούλα Κουτρουβίδα. Στη Δικαιοσύνη είχαν προσφύγει οι εργαζόμενοι στην Ανώνυμη Εταιρεία ΣΤΑΣΥ» (πρώην ΑΜΕΛ Α.Ε.) η οποία είναι θυγατρική της «Αττικόν Μετρό Α.Ε.» και ανήκει στον Δημόσιο τομέα. 

Κατ'' αρχάς αναφέρεται στην απόφαση:

«Συνεπάγεται ότι η επέμβαση στη συλλογική αυτονομία πρέπει να συνιστά μέτρο όλως εξαιρετικό και να μην υπερβαίνει μία εύλογη χρονική περίοδο, να συνοδεύεται δε από επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία του επιπέδου ζωής των εργαζομένων, τηρουμένης, σε κάθε περίπτωση, της αρχής της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί συνταγματικό περιορισμό των νομοθετικών περιορισμών των συνταγματικών θεμελιωδών δικαιωμάτων, επιτάσσοντας ότι μεταξύ του νόμιμου σκοπού που επιδιώκει ένας περιορισμός του δικαιώματος και του συγκεκριμένου περιορισμού πρέπει να υπάρχει εύλογη σχέση. 

Η εφαρμογή της αρχής αυτής θεμελιώνεται αφενός στο εσωτερικό μας δίκαιο -και συγκεκριμένα στο άρθρο 25 παράγραφος 1δ'' του Συντάγματος- και αφετέρου στις διατάξεις της ΕΣΔΑ για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που έχει κυρωθεί από τη χώρα μας με τον Ν. 53/1979 και δυνάμει του άρθρου 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος έχει υπερνομοθετική ισχύ. 

Έτσι, σε περίπτωση μείωσης αποδοχών και επιδομάτων, πρέπει να εξετάζεται η αναλογικότητα του μέτρου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος και να τηρείται η προϋπόθεση ότι τα μέτρα δεν επιφέρουν δυσανάλογη προσβολή, εν όψει του επιδιωκόμενου σκοπού, σε συνταγματικά δικαιώματα και αγαθά, σε καμία περίπτωση δε δεν δικαιολογείται να καταλύονται θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος (22 παρ. 2 και 23 παρ. 1)». 

Στη συνέχεια η κυρία Κουτρουβίδα κάνει αναφορά στο άρθρο 106 του Συντάγματος που λέει ότι μπορεί χάριν του εθνικού συμφέροντος να περιοριστεί η συλλογική αυτονομία που καθιερώνεται με το άρθρο 22 του Συντάγματος για περιορισμένο και εύλογο όμως χρονικό διάστημα και πάντα τηρώντας την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ. 

Στην προκειμένη περίπτωση, υπογραμμίζει η ειρηνοδίκης, και αν ακόμη δεχθούμε ότι οι περιορισμοί αυτοί τέθηκαν χάριν του εθνικού συμφέροντος, εκτός του ότι δεν είναι συμβατοί με τις διεθνείς συμβάσεις εργασίας, επιφέρουν «δυσμενείς για τους εργαζόμενους τροποποιήσεις, χωρίς να εγγυώνται ότι ο περιορισμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, ώστε να είναι συνταγματικά ανεκτή η επέμβαση στη συλλογική αυτονομία, με αποτέλεσμα να καταλύονται στην πραγματικότητα οι επίμαχες συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του Συντάγματος». 


Ακόμη, αναφέρεται στην δικαστική απόφαση:


«Η αιτιολογία της αναγκαιότητας για τη λήψη των επίδικων μέτρων που αφορούν τις μειώσεις των αποδοχών και επιδομάτων των εργαζομένων που προβλέπονται, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, είναι προφανώς ελλιπής, λαμβανομένου υπ'' όψιν ότι τα μέτρα αυτά καταργούν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και ουσιαστικά την συνδικαλιστική ελευθερία και συλλογική αυτονομία, είναι δε αντίθετα με τις Διεθνείς Συμβάσεις, που έχει συνάψει η Ελλάδα και που δυνάμει του άρθρου 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος έχουν αποκτήσεις υπερνομοθετική ισχύ».

Ως προς την μείωση των αποδοχών και τα φοροεισπρακτικά μέτρα αναφέρει η ειρηνοδικειακή απόφαση: 

«Κατά συνέπεια, με τα επίδικα μέτρα παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, καθώς, εκτός από την παραπάνω ανεπίτρεπτη μονιμότητα του χαρακτήρα τους, δεν βρίσκονται σε αντιστοιχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ούτε συνοδεύονται με αντισταθμιστικά μέτρα (μείωση τιμών, άμεσων και έμμεσων φόρων κ.λπ.) και εγγυήσεις για την προστασία ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού της χώρας. 

»Αντίθετα, όπως είναι γνωστό, επιβάλλονται στους πολίτες ταυτόχρονο με μία σειρά ιδιαίτερα σκληρών φοροεισπρακτικών μέτρων που προβλέπουν μείωση ή κατάργηση αφορολόγητων ορίων και τα οποία πλήττουν τις πλέον ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, την προστασία των οποίων έπρεπε να εγγυώνται και να διαφυλάττουν». 

Επιπρόσθετα, συνεχίζει η δικαστική απόφαση, είναι προφανές ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010, σύμφωνα με την οποία καθιερώνεται μείωση των αποδοχών των εργαζομένων που υπάγονται στη ρύθμιση του εν λόγω άρθρου κατά γενικευμένο ποσοστό 7%, καθώς και των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας κατά επίσης γενικό ποσοστό 30%, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους. 

»Η μείωση των αποδοχών και των ως άνω επιδομάτων κατά το ίδιο γενικό ποσοστό που καταλαμβάνει τόσο τους υψηλόμισθους όσο και τους χαμηλόμισθους εργαζομένους αντίκειται στην ανωτέρω διάταξη και οδηγεί τους μεν υψηλόμισθους στο να εξακολουθούν να διατηρούν ένα ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, ενώ τους χαμηλόμισθους, οι οποίοι αποτελούν ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, το οποίο στο όνομα του γενικού συμφέροντος έπρεπε να προστατεύεται, τους οδηγούν στην κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση, αφού εκμηδενίζουν στην ουσία τις αποδοχές τους και τους αναγκάζουν, κατά παράβαση της ως άνω διάταξης, να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη κατά φανερή αναντιστοιχία με τις δυνάμεις τους, ενισχύοντας δε την άποψη ότι η αιτιολογία της λήψης των οριζόμενων με τις ένδικες διατάξεις μέτρων που εδράζεται στο δημόσιο συμφέρον είναι προβληματική και ελλιπής».

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ & ΠΟΛΙΤΩΝ: ΟΔΗΓΟΣ ΟΡΘΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ


 Ο Οδηγός έχει αναρτηθεί στις ιστοσελίδες του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (www.ydmed.gov.gr) και του Συνηγόρου του Πολίτη (www.synigoros.gr)

www.ydmed.gov.gr
www.synigoros.gr

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ!!!

Β.1.1. Ευπρέπεια και σεβασμός
Ο δημόσιος υπάλληλος πρέπει να συμπεριφέρεται πάντοτε κατά τρόπο που να καθίσταται άξιος της εμπιστοσύνης του κοινού. Πρέπει να τηρεί, σε κάθε περίσταση, τους βασικούς κανόνες καλής συμπεριφοράς ανεξαρτήτως της ψυχικής του διάθεσης.
[Σύνταγμα άρθρο 103 παρ. 1 και Ν. 3528/2007 άρθρο 27 παρ. 1 (YΚ, ΦΕΚ 26 A)]
• Έχει επιμελημένη και ευπρεπή εμφάνιση.
• Συμπεριφέρεται με ευγένεια και κοσμιότητα1.
• Απευθύνεται στους πολίτες στον πληθυντικό.
• Δεν καπνίζει.
[Ν. 3868/2010 άρθρο 17 (ΦΕΚ 129 Α) και ΥΑ Γ.Π.οικ.104720/2010 (ΦΕΚ 1315/Β/25-8-2010)]
• Εξυπηρετεί τους πολίτες κατά το ωράριο που έχει ορίσει η υπηρεσία του, σύμφωνα με τις κείμενες γενικές και ειδικές διατάξεις, αφιερώνοντας εξολοκλήρου και αποκλειστικά το χρόνο εργασίας του στα καθήκοντά του, και παραμένοντας και πέρα του ισχύοντος χρόνου εργασίας, εφόσον έκτακτες και εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες επιβάλλουν τούτο.
[Ν. 3528/2007 άρθρο 29 και περ. κζ, παρ.1, άρθρο 107 του Ν.3528/2007 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο δεύτερο του Ν.4057/2012)
ΥΑ ΔΙΑΔΠ/ΦΒ1/14757/25-7-2011 (ΦΕΚ Β 1659)]
• Δεν κάνει εξωϋπηρεσιακή χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή του.
• Δεν επιτρέπεται η ακρόαση μουσικής εκτός αν προέρχεται από κεντρικό ηχητικό σύστημα της υπηρεσίας.
• Δεν επιτρέπεται να διακόπτει για προσωπικές του υποθέσεις την επικοινωνία με τους πολίτες που συναλλάσσεται. Αν ωστόσο, προκύψει λόγος τόσο σοβαρός, ώστε να επιβάλλεται η διακοπή της συνομιλίας, ο δημόσιος υπάλληλος οφείλει να ζητήσει συγγνώμη από τον πολίτη και να παρακαλέσει άλλον συνάδελφό του να συνεχίσει τη συναλλαγή.
[Ν. 3528/2007, παρ.2, άρθρο 27 και περ. κθ, παρ.1, άρθρο 107 του Ν.3528/2007 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο δεύτερο του Ν.4057/2012]
1 Βλ. και Ευρωπαϊκό Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (2005), άρθρο 12.
13
• Απαντά στις τηλεφωνικές κλήσεις, δηλώνει το όνομά του και αντιμετωπίζει με ευγένεια και προθυμία τις ερωτήσεις που του απευθύνονται. Εάν είναι αναρμόδιος, διευκολύνει τον πολίτη να εντοπίσει τον αριθμό κλήσης και το ονοματεπώνυμο του αρμοδίου. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, φροντίζει να παραπέμψει τον πολίτη σε κάποια υπηρεσία πληροφόρησης κοινού.
[Ν. 3528/2007 άρθρο 27 παρ. 2 (YΚ, ΦΕΚ 26 A),
περ. ιβ, παρ.1, άρθρο 107 του Ν.3528/2007 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο δεύτερο του Ν.4057/2012, ΔΙΣΚΠΟ/Φ.18/οικ.15584/10-7-2006]
• Όταν έρχεται σε επαφή με πολίτη δύστροπο ή ιδιαιτέρως εριστικό, οφείλει να τον αντιμετωπίζει με ψυχραιμία και κατανόηση, αποφεύγοντας τις εντάσεις ή τους διαπληκτισμούς. Ακόμη και αν ο πολίτης τον προσβάλει, ο δημόσιος υπάλληλος οφείλει να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του και, εφόσον χρειασθεί, να ζητήσει τη συνδρομή του προϊσταμένου του για τη διευθέτηση της κατάστασης.
• Δεν εκδηλώνει ούτε και διαδίδει τις πολιτικές, θρησκευτικές και φιλοσοφικές του πεποιθήσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
[Σύνταγμα άρθρο 29 παρ. 3, Ν. 1735/1987 άρθρο 18 παρ. 2 (ΦΕΚ 195 Α)]
• Δεν επηρεάζεται κατά τη συναλλαγή του με τον πολίτη, από το φύλο, την εθνικότητα, τη φυλή, τη γλώσσα, την καταγωγή και τις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις των συναλλασσομένων.
[Σύνταγμα άρθρο 5 παρ.2 και Ν. 3528/2007 άρθρο 27 παρ. 3 (YΚ, ΦΕΚ 26 A)]
• Αποφεύγει γενικότερα, κάθε πράξη που θα μπορούσε να προσβάλει ή να μειώσει την προσωπικότητα ή την επαγγελματική υπόσταση των ατόμων, με τα οποία συναλλάσσεται2.